Ναυτιλία: Γρίφοι και προκλήσεις της περιβαλλοντικής «εξίσωσης»

Η γεωγραφική διαμόρφωση του ελλαδικού χώρου επιβάλλει την άρτια διασύνδεση της ηπειρωτικής με τη νησιωτική Ελλάδα, με νέας τεχνολογίας πλοία, «καθαρότερα» καύσιμα και, κυρίως, με εναλλακτικές μορφές ενέργειας.

Άρθρο της καθ. Μαρίας Μποϊλέ* και του δρ. Σωτήρη Θεοφάνη** (έντυπο τεύχος Μαΐου 2022)

Για τα περίπου 15.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής και τα περισσότερα από 3.500 νησιά που περιβάλλουν την ηπειρωτική Ελλάδα, η ακτοπλοΐα είναι ο κρίσιμος συνδετικός κρίκος, η «γέφυρα» μεταξύ ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας, η οποία διαμορφώνει θαλάσσιους διαδρόμους που λειτουργούν ως νοητές «προεκτάσεις» των υφιστάμενων οδικών αξόνων, ώστε να επιτυγχάνεται η απρόσκοπτη σύνδεση όλων των περιοχών και να εξασφαλίζεται η εδαφική συνέχεια.

Οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες επιδρούν καθοριστικά τόσο στην εθνική οικονομία όσο και στην ανάπτυξη των ελληνικών νησιών, όπου κατοικεί περίπου το 14% του συνολικού πληθυσμού. Διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στη συνδεσιμότητα των νησιών, η ακτοπλοΐα επηρεάζει τις δυνατότητες φυσικής κινητικότητας, την ελκυστικότητα των νησιών και τη διαμόρφωση νέων ευκαιριών ανάπτυξης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής σε αυτά. Πέρα από την κοινωνική και οικονομική διάσταση, εξίσου σημαντική είναι και η περιβαλλοντική διάσταση, υπό το πρίσμα της ανάπτυξης βιώσιμων συστημάτων μεταφορών.

Μελέτη που εκπονείται από το Ινστιτούτο Βιώσιμης Κινητικότητας και Δικτύων Μεταφορών (ΙΜΕΤ) του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) καταδεικνύει ότι η μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό στόχο για τη μετάβαση στην «πράσινη» ακτοπλοΐα. Η δέσμη μέτρων Fit for 55, για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις στα καύσιμα εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για την εξεύρεση λύσεων που θα οδηγήσουν άμεσα σε μια πιο «πράσινη» ακτοπλοΐα, βιώσιμη από περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική άποψη.

Το 2019 (προ πανδημίας), το ακτοπλοϊκό δίκτυο της Ελλάδας εξυπηρέτησε 19 εκατ. επιβάτες, 2,43 εκατ. Ι.Χ. οχήματα και 540.000 φορτηγά. Για την εκτέλεση του εν λόγω μεταφορικού έργου, ο ελληνικός στόλος κατανάλωσε 490.550 τόνους HFOIL και 131.750 τόνους GOIL, παράγοντας 1,95 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα.

Για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και των σχετιζόμενων με αυτή ρύπων, πέρα από την κατασκευή πλοίων νέας τεχνολογίας, πρέπει να υιοθετηθούν μέτρα για τη μείωση των εκπομπών από τον υφιστάμενο στόλο, και ιδίως από τα πλοία που καλύπτουν γραμμές μεγαλύτερων αποστάσεων και με τακτικές προσεγγίσεις. Στα πλοία αυτά οι νέες τεχνολογίες βρίσκονται ακόμα σε στάδιο δοκιμής.

Με τον κατάλληλο συνδυασμό μέτρων, είναι εφικτό να επιτευχθεί σημαντική μείωση στην κατανάλωση καυσίμων και εκπομπών ρύπων από το στόλο της ελληνικής ακτοπλοΐας. Τα λειτουργικά μέτρα έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στους στόχους μείωσης των ρύπων, καθώς εκτιμάται ότι μπορούν να βελτιώσουν την απόδοση των δεικτών έντασης άνθρακα. Τα εναλλακτικά καύσιμα και οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας παρουσιάζουν σημαντικές προοπτικές μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας και των εκπομπών ρύπων. Στην περίπτωση αυτή, απαιτούνται επαρκείς εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού στους λιμένες, καθώς επίσης αξιολόγηση της παραγωγής ενέργειας (upstream energy production), ώστε να εξασφαλιστεί η παραγωγή «καθαρής» ενέργειας.

Ειδικότερα στην περίπτωση των εναλλακτικών καυσίμων, η ακτοπλοΐα αντιμετωπίζει προβλήματα ανάπτυξης και ωρίμανσης για την εφαρμογή τους, ανάλογα με εκείνα που αντιμετωπίζει το σύνολο της ναυτιλίας. Σε αυτά τα ζητήματα προστίθενται οι θετικές και αρνητικές διαφοροποιήσεις που χαρακτηρίζουν τον ιδιαίτερο χώρο της ακτοπλοΐας.

Συμπερασματικά, η «εξίσωση» της δραστικής μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος της ακτοπλοΐας είναι και δύσκολη και ιδιόμορφη. Βεβαίως, τα λειτουργικά μέτρα πρέπει να προταχθούν, παράλληλα με ένα συνεκτικό πρόγραμμα τεχνολογικών παρεμβάσεων στην κατασκευή νέων πλοίων, αλλά και στη μετασκευή / τεχνολογική βελτίωση μέρους, τουλάχιστον, του υφιστάμενου στόλου.

Η χρήση των εναλλακτικών καυσίμων και, κυρίως, των εναλλακτικών μορφών ενέργειας, είναι ένας τομέας που –τόσο σε ερευνητικό όσο και σε πειραματικό και εφαρμοστικό επίπεδο– πρέπει να γίνει αντικείμενο μιας στρατηγικής που θα αποσκοπεί στα συνδυαστικά οφέλη για τους σχετικούς βιομηχανικούς κλάδους στην Ελλάδα. Φιλόδοξη προσέγγιση; Μπορεί· πλην, όμως, αναγκαία!

 Τρεις κατηγορίες μέτρων

Για τη μείωση των ρύπων του υφιστάμενου στόλου πρέπει να εξεταστεί σειρά μέτρων, η αποτελεσματικότητα και η δυνατότητα εφαρμογής των οποίων εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά κάθε πλοίου (τύπο, ηλικία, μέγεθος), το καύσιμο κίνησης, την ταχύτητα και τον τύπο της μηχανής του. Τα μέτρα αυτά διακρίνονται στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:

  1. Τεχνολογικές παρεμβάσεις: Αφορούν το σχεδιασμό του πλοίου, τη μείωση της τριβής κατά την πλεύση και την ανάκτηση ενέργειας. Οι τεχνολογίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες στην αγορά, αλλά δεν μπορούν να εφαρμοστούν όλες στις εργασίες μετασκευής, ούτε σε όλους τους τύπους πλοίων. Επιπρόσθετα, οι προοπτικές μείωσης εκπομπών που προσφέρουν εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τύπο του πλοίου, τις καιρικές συνθήκες, την κατάσταση της μηχανής και τα χαρακτηριστικά λειτουργίας του.
  2. Λειτουργικά μέτρα: Σχετίζονται με το μέγεθος και την ταχύτητα του πλοίου, τη διασύνδεση πλοίου / λιμένα και τις εγκαταστάσεις παροχής ενέργειας στα πλοία κατά τη διάρκεια παραμονής τους στους λιμένες. Σε γενικές γραμμές, οι εκπομπές των πλοίων αυξάνονται ανάλογα με την ταχύτητα και το μέγεθός του. Η διασύνδεση πλοίου / λιμένα επηρεάζει το χρόνο αναμονής του πλοίου πριν από την είσοδό του στο λιμάνι. Η παροχή ενέργειας από την ξηρά μειώνει τις εκπομπές των πλοίων κατά την παραμονή τους στο λιμάνι.
  3. Εναλλακτικά καύσιμα και μορφές ενέργειας: Σημειώνουν αξιόλογες προοπτικές για τη μείωση των εκπομπών των πλοίων. Ωστόσο, οι διαθέσιμες επιλογές αντίστοιχων μέτρων παρουσιάζουν διαφορετικά επίπεδα ωριμότητας της αγοράς.

Μέσα από τον κατάλληλο συνδυασμό μέτρων είναι δυνατή η επίτευξη περιβαλλοντικών αποτελεσμάτων, όπως και άλλων στόχων για την καλύτερη εξυπηρέτηση και για τη μείωση του οικονομικού κόστους του ακτοπλοϊκού δικτύου. Στην επιλογή των μέτρων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες παράμετροι:

  1. Διαθεσιμότητα: Σχετίζεται με την επιλογή μέτρων και λύσεων που είναι διαθέσιμα.
  2. Ετοιμότητα: Αξιολογείται το κατά πόσο οι εναλλακτικές λύσεις είναι άμεσα διαθέσιμες / εφαρμόσιμες ή χρειάζονται περαιτέρω προσαρμογή / ανάπτυξη.
  3. Εφαρμοσιμότητα: Εξετάζεται το κατά πόσο κάθε λύση βρίσκει εφαρμογή στη συγκεκριμένη κατηγορία και στο συγκεκριμένο τύπο πλοίου.
  4. Συμβατότητα: Ελέγχεται το κατά πόσο δύο ή περισσότερες λύσεις μπορούν να εφαρμοστούν συνδυαστικά.
  5. Αποτελεσματικότητα: Εκτιμάται το επίπεδο μείωσης των εκπομπών από το συνδυασμό των επιλεγμένων λύσεων (μεμονωμένα και συνδυαστικά).
  6. Αποδοτικότητα: Εξετάζεται η αξία των αποτελεσμάτων σε σχέση με την απαιτούμενη επένδυση.

*Η κ. Μαρία Μποϊλέ είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Ναυτιλία στο ίδιο Τμήμα, υπεύθυνη του τομέα Έρευνας στο Ινστιτούτο Βιώσιμης Κινητικότητας και Δικτύων Μεταφορών του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΙΜΕΤ / ΕΚΕΤΑ), καθώς και συντονίστρια της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας «Waterborne».

**Ο δρ. Σωτήρης Θεοφάνης είναι Professor of Practice & Programme Lead, MSc in Shipping, Port Management & Logistics, CITY College, University of York Europe Campus (Θεσσαλονίκη) και Affiliated Faculty, CAIT, Rutgers University (NJ, USA).

Ελέγξτε επίσης

Κτηματαγορά: Είσοδος ξένων κεφαλαίων, παρά τη χαμηλή προσφορά

«Κομίζουμε γλαύκα ες Αθήνας» αν πούμε ότι ζούμε σε μία εποχή τεχνολογικών, κοινωνικών και άλλων …

Τα Περιοδικά μας