Νέα κατάταξη επικινδυνότητας για τις επιχειρήσεις τροφίμων και για τις εταιρείες παραγωγής σχετικών υλικών συσκευασίας

Δημοσιεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου η νέα υπουργική απόφαση 1408/274009/2020 (ΦΕΚ Β’ 4463/09-10-2020) που αφορά την «Κατάταξη επιχειρήσεων τροφίμων σε κατηγορίες επικινδυνότητας – Συχνότητα επίσημων ελέγχων». Η απόφαση, όπως ενημερώνει ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Παραγωγής Υλικών & Συσκευασίας (ΣΥ.ΒΙ.Π.Υ.Σ.), αφορά και τις εταιρείες παραγωγής υλικών συσκευασίας τροφίμων.

Σύμφωνα με την απόφαση, καθορίζεται η μεθοδολογία κατάταξης των επιχειρήσεων τροφίμων σε κατηγορίες επικινδυνότητας με βάση την αξιολόγηση κινδύνου, ώστε ο επίσημος έλεγχος των επιχειρήσεων τροφίμων και των επιχειρήσεων παραγωγής «υλικών και αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα» (ΥΑΕΤ) να διενεργείται με την ενδεδειγμένη συχνότητα. Για την παραγωγή υλικών συσκευασίας καταγράφεται η ακόλουθη ταξινόμηση επικινδυνότητας:

  • Πλαστικά ΥΑΕΤ: Μεσαία επικινδυνότητα, με ενδεχόμενη μετανάστευση χημικών ουσιών.
  • Εκτυπωτικές μελάνες: Χαμηλή.
  • Χαρτί και χαρτόνι: Χαμηλή
  • Ανακυκλωμένο χαρτί: Μεσαία.
  • Κεραμικά: Μεσαία, από βαρέα μέταλλα (Pb, Cd, Ni, Cr κ.ά.).
  • Μέταλλα και κράματα: Χαμηλή.
  • Γυαλί: Χαμηλή, λόγω του ότι είναι αδρανές υλικό.

Η αξιολόγηση κινδύνου αφορά όλες τις επιχειρήσεις τροφίμων και τις επιχειρήσεις παραγωγής ΥΑΕΤ που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), στα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής των τροφίμων.

Η αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων σχετίζεται με τον περιορισμό υφιστάμενων ή δυνητικών κινδύνων ως προς την ασφάλεια και την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή. Η αξιοποίηση της κατηγοριοποίησης των επιχειρήσεων τροφίμων βάσει του επιπέδου του κινδύνου αποτελεί σημαντικό εργαλείο στην οργάνωση των ελέγχων για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, ενώ καθιστά πιο ουσιαστική τη στόχευση των ελέγχων και την ορθολογική κατανομή των πόρων.

Κριτήρια κατάταξης επιχειρήσεων τροφίμων

Η κατάταξη των επιχειρήσεων τροφίμων σε κατηγορίες επικινδυνότητας γίνεται με τα ακόλουθα, κατά περίπτωση, κριτήρια:

α) Την εγγενή επικινδυνότητα της επιχείρησης, η οποία συνδέεται με σταθερά χαρακτηριστικά που συνήθως δεν αλλάζουν και επιτρέπουν την κατάταξή της σε κατηγορία κινδύνου η οποία προσδιορίζεται από:

αα) Το προφίλ επικινδυνότητας της επιχείρησης, που καθορίζεται ανά τομέα επιχείρησης στο Παράρτημα το οποίο αφενός προσαρτάται (στην απόφαση) και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, αφετέρου κατατάσσει τις επιχειρήσεις σε επίπεδο κατάταξης υψηλής (Υ), μεσαίας (Μ) ή χαμηλής (Χ) επικινδυνότητας βάσει:

ααα) Του είδους των τροφίμων που παράγονται ή διαχειρίζονται σε συνάρτηση με ενδογενή χαρακτηριστικά που τα επηρεάζουν και συνδέονται με βιολογικούς, χημικούς ή φυσικούς κινδύνους, την προοριζόμενη χρήση τους και τις ειδικές κατηγορίες ευάλωτων καταναλωτών στις οποίες απευθύνονται.

ααβ) Του τύπου δραστηριότητας της επιχείρησης, στα διάφορα στάδια της τροφικής αλυσίδας, σε συνδυασμό με παράγοντες επικινδυνότητας που σχετίζονται με την παραγωγή, επεξεργασία, διανομή και διάθεση τροφίμων.

ααγ) Των διαδικασιών επεξεργασίας και χειρισμού των τροφίμων, όπου η χρήση προϊόντων, διεργασιών, υλικών ή ουσιών ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια, την ακεραιότητα και τη θρεπτικότητα των τροφίμων.

αβ) Το μέγεθος της επιχείρησης, που καθορίζεται από τον αριθμό εργαζομένων σε αυτήν.

β) Τη δυναμική επικινδυνότητα της επιχείρησης, η οποία διαφοροποιείται βάσει των αποτελεσμάτων ανάλογα με τα αποτελέσματα των ελέγχων, καθορίζεται από το επίπεδο συμμόρφωσης της επιχείρησης ως προς τις ισχύουσες νομοθετικές απαιτήσεις, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας και η οποία προσδιορίζεται από:

βα) Το υφιστάμενο επίπεδο συμμόρφωσης στη βάση των δεδομένων του τελευταίου τακτικού ελέγχου σύμφωνα με την κλίμακα διαβάθμισης των εντύπων ελέγχου.

ββ) Την αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα των ίδιων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, συνυπολογίζοντας κατά περίπτωση την εφαρμογή ιδιωτικών συστημάτων διασφάλισης ποιότητας.

βγ) Το ιστορικό συμμόρφωσης της επιχείρησης στις απαιτήσεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, το οποίο προκύπτει από τη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων των προηγούμενων τριών τακτικών ελέγχων. Ειδικότερα συνεκτιμώνται η λήψη διοικητικών μέτρων συμμόρφωσης, οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί, η συμμόρφωση της επιχείρησης στις συστάσεις που έχουν εκδοθεί και το επίπεδο συνεργασίας των επιχειρήσεων με τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου.

βδ) Την υπαιτιότητα της επιχείρησης σε διατροφικά περιστατικά ή την εμπλοκή της σε σοβαρά περιστατικά εκούσιας παραπλάνησης καταναλωτών, ιδίως ως προς τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης, τη μέθοδο παρασκευής ή παραγωγής των τροφίμων.

Σύστημα βαθμολόγησης

Εφαρμόζεται σύστημα βαθμολόγησης με παραμετροποίηση όλων των κριτηρίων επικινδυνότητας σε συνδυασμό με συντελεστές βαρύτητας για να εξαχθεί κατά περίπτωση η συνολική βαθμολογία που θα καθορίσει την ενδεδειγμένη συχνότητα ελέγχων.

Όλα τα κριτήρια συμμετέχουν με διαφορετικό συντελεστή βαρύτητας στη διαμόρφωση της συνολικής βαθμολόγησης. Συγκεκριμένα:

α) Το προφίλ επικινδυνότητας, σύμφωνα με την κατάταξή του στον πίνακα του παραρτήματος, με συντελεστή βαρύτητας 30%.

β) Το μέγεθος της επιχείρησης, με συντελεστή βαρύτητας 10%.

γ) Η συμμόρφωση με βάση τον τελευταίο έλεγχο, με συντελεστή βαρύτητας 20%.

δ) Η εκτίμηση της αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας των ίδιων ελέγχων, κατά τον τελευταίο έλεγχο, με συντελεστή βαρύτητας 10%.

ε) Το ιστορικό της επιχείρησης, με συντελεστή βαρύτητας 20%.

στ) Η υπαιτιότητα εμπλοκής σε σοβαρά περιστατικά, με συντελεστή βαρύτητας 10%.

Συχνότητα επίσημων ελέγχων

Η συχνότητα των επίσημων ελέγχων των επιχειρήσεων  βασίζεται στην κατάταξή τους σε κατηγορίες επικινδυνότητας, όπως αυτή προκύπτει από το άθροισμα των βαθμών, ως εξής:

ΥΨΗΛΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ      (21-30 βαθμοί) 6-18 μήνες

ΜΕΣΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ         (13-20 βαθμοί) 12-24 μήνες

ΧΑΜΗΛΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ   (6-12 βαθμοί) 18-36 μήνες

Η κατηγορία επικινδυνότητας και η συνακόλουθη συχνότητα υπολογίζεται μετά από κάθε επίσημο έλεγχο στο βαθμό που μπορεί να επιφέρει μεταβολή της ενδεικνυόμενης συχνότητας και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τις ενέργειες των αρχών και την ενημέρωση των επιχειρήσεων. Η συχνότητα αυτή δεν αφορά ελέγχους που διενεργούνται ανεξάρτητα από το επίπεδο επικινδυνότητας και οι οποίοι υπαγορεύονται από τις ανάγκες πιστοποίησης ή βεβαίωσης.

Η συχνότητα των ελέγχων μπορεί να μεταβληθεί σε ειδικές περιστάσεις αλλαγών στις πληροφορίες κινδύνου και εφόσον κριθεί από τις αρμόδιες αρχές ότι απαιτούνται έκτακτοι έλεγχοι, οι οποίοι δεν είχαν προγραμματιστεί κατά τον αρχικό σχεδιασμό.

Οι επιχειρήσεις τροφίμων που διαθέτουν πιστοποίηση τρίτου φορέα μπορούν να αιτηθούν μείωση της συχνότητας των ελέγχων. Οι αρχές εκτιμούν τις πληροφορίες για τα αποτελέσματα των ελέγχων που έχουν διεξαγάγει οι φορείς πιστοποίησης και εφόσον καλύπτουν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας περί τροφίμων και άλλα κριτήρια, δύνανται να μειώσουν την τυπική συχνότητα ελέγχων.

Ελέγξτε επίσης

ΧΑΜΗΛΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

Χαμηλά η Ελλάδα στη χρήση ακατάλληλων υλικών διαχείρισης τροφίμων

Αναλύθηκαν για το έτος 2019 οι ευρωπαϊκές κοινοποιήσεις ύπαρξης σοβαρού, άμεσου ή έμμεσου κινδύνου για …