Διανύουμε τις πρώτες μόλις ημέρες του 2022, και οι προκλήσεις –όσο και τα εμπόδια μπροστά μας– είναι ήδη εμφανείς. Η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα αντιμετωπίζει μεγάλο ρίσκο εξαιτίας μίας άνευ προηγουμένου κρίσης, με τις υπηρεσίες οδικών μεταφορών να βρίσκονται στο επίκεντρό της.
Άρθρο του κ. Απόστολου Κενανίδη, προέδρου του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος Οδικών Εμπορευματικών και Επιβατικών Μεταφορών (έντυπο τεύχος Ιανουαρίου 2022)
Η απότομη επαναφορά της ζήτησης σε φυσιολογικά επίπεδα, τα περιττά περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται στους επαγγελματίες του κλάδου με σκοπό την αντιμετώπιση της Covid-19, η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών στην παγκόσμια αγορά εργασίας, καθώς και η δραματική αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, έχουν συντελέσει στη δημιουργία συνθηκών «ανεμοστρόβιλου». Χωρίς την άμεση λήψη μέτρων από πλευράς των κυβερνήσεων, αυτή η κατάσταση μπορεί μέσα στο 2022 να μας οδηγήσει σε περαιτέρω χρονοκαθυστερήσεις και σε βασικές ελλείψεις αγαθών στην αγορά.
Από το ξέσπασμα της πανδημίας, ο κλάδος των οδικών εμπορευματικών μεταφορών έχει δεχτεί σοβαρότατο πλήγμα: Εκτιμάται πως οι οικονομικές ζημιές που σημείωσε το 2021 σε παγκόσμιο επίπεδο αγγίζουν το 1 τρισ. δολάρια ΗΠΑ. Οι οδικοί μεταφορείς, που αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, χρήζουν οικονομικής στήριξης προκειμένου να μπορέσουν να συνεχίσουν να προσφέρουν έργο στην παγκόσμια οικονομία και στις κοινωνίες, καθώς και για να εξακολουθήσουν να διασφαλίζουν τη σταθερότητα του ευρύτερου συστήματος μεταφορών.
Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος δεν τυγχάνει ανάλογης αντιμετώπισης από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας. Αντιθέτως, τα τελευταία 10 και πλέον έτη δέχεται απανωτές προκλήσεις, τις οποίες οι επαγγελματίες του κλάδου αντιμετωπίζουν με ίδιες δυνάμεις και χωρίς την παραμικρή υποστήριξη.
Παράλληλα με τις χρόνιες πιέσεις που δέχεται η εγχώρια αγορά οδικών μεταφορών, σήμερα προστίθεται ακόμα ένα σημαντικότατο πρόβλημα. Ο λόγος για την παγκόσμια κρίση στον τομέα της ενέργειας, η οποία έχει οδηγήσει στην κατακόρυφη αύξηση της τιμής του πετρελαίου κίνησης, η οποία αγγίζει το 30% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Ανέκαθεν, το κόστος του πετρελαίου αποτελούσε περίπου το 45% του λειτουργικού κόστους μιας μεταφοράς. Εύκολα γίνεται κατανοητό, λοιπόν, το πόσο πολύ επηρεάζεται η λειτουργία των μεταφορικών επιχειρήσεων από την πρωτοφανή αυτή αύξηση, η οποία δεν αφορά μόνο την τιμή αγοράς του πετρελαίου, αλλά συνεπάγεται την αύξηση και του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ).
Αποτελεί εθνική ευθύνη κάθε κράτους η λήψη θεμιτών μέτρων για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μεταφορέων του και για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά. Μόνο έτσι θα μπορέσει να λειτουργήσει ο κλάδος ως μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας κάθε χώρας. Αυτή είναι και η πολιτική που ακολουθεί κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε., δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα και τη δέουσα σημασία στην ενίσχυση της εθνικής του μεταφοράς.
Δυστυχώς, όμως, στη χώρα μας δεν εφαρμόζεται ανάλογη πολιτική. Μετά λύπης διαπιστώνουμε ότι επί σειρά ετών οι οδικές μεταφορές αποτελούν «ψιλά γράμματα» στην πολιτική ατζέντα της εκάστοτε κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη αποτυχημένη έκβαση των διμερών διαπραγματεύσεων για την επικαιροποίηση του πρωτοκόλλου που ορίζει τους όρους διενέργειας του οδικού μεταφορικού έργου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Αμαχητί υποχώρηση στις τουρκικές απαιτήσεις
Υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες της πλήρους απαξίωσης της θέσης των Ελλήνων μεταφορέων στο διμερές αυτό μεταφορικό έργο, όταν η ελληνική πλευρά υποχώρησε αμαχητί στις απαιτήσεις των Τούρκων, οι οποίοι έχουν μοναδικό στόχο την εξασφάλιση του μονοπωλίου και την πλήρη κυριαρχία τους στην αγορά.
Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς πως όταν υποκύπτεις στην προσπάθεια για την αποκατάσταση του υγιούς ανταγωνισμού και της τήρησης της αρχής της αμοιβαιότητας στο διαχωρισμό του μεταφορικού έργου μεταξύ των δύο πλευρών στις χερσαίες πύλες που συνδέουν τη Δύση με την Ανατολή(!), στην ουσία παραχωρείς το μερίδιό σου στην άλλη πλευρά, αγνοώντας τον όποιο οικονομικό αντίκτυπο μπορεί αυτό να επιφέρει στην εθνική οικονομία.
Πρέπει να γίνει επιτέλους σαφές πως δεν νοείται ανάπτυξη της εφοδιαστικής αλυσίδας στην Ελλάδα με στόχο να την καταστήσει διεθνή διαμετακομιστικό κόμβο, εάν επενδύουμε μόνο στην ανάπτυξη υποδομών. Είναι καιρός να δοθεί ανάλογη προσοχή και στο ίδιο το μεταφορικό μέσο διακίνησης εμπορευμάτων. Χωρίς άμεση και συντονισμένη δράση, η οικονομία, ο τομέας της απασχόλησης αλλά και οι καταναλωτές θα πληρώσουν το τελικό τίμημα, ενώ η εθνική οικονομική ανάκαμψη θα τεθεί σε κίνδυνο.
Οι οδικές μεταφορές και η διακίνηση εμπορευμάτων με φορτηγά οχήματα παίζουν καταλυτικό ρόλο για την ομαλή διατήρηση της ροής των αλυσίδων εφοδιασμού, γι’ αυτό πρέπει να υποστηρίζονται από όλες τις κυβερνήσεις.
Παντελής έλλειψη ενισχύσεων στην Ελλάδα
Η ΟΦΑΕ, σε μια ακόμα προσπάθεια υποστήριξης των περίπου 6.500 μελών της, απηύθυνε αίτημα προς την ελληνική κυβέρνηση (η οποία έχει ήδη εξαγγείλει τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης) για να ληφθούν ειδικά μέτρα ενίσχυσης των μεταφορικών επιχειρήσεων, τα οποία πρέπει να βασίζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες τους, καθώς και στο νέο πλήγμα που δέχονται σήμερα, το οποίο έχει πολλαπλές διαστάσεις και επιπτώσεις.
Για την ενίσχυση του αιτήματός της η ΟΦΑΕ παρέθεσε παραδείγματα από πρακτικές ενίσχυσης που εφαρμόζονται στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία, σημειωτέον, η επιδότηση του καυσίμου των μεταφορικών επιχειρήσεων αποτελεί πάγια πολιτική, και όχι απλώς μέτρο ανακούφισης σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε. Η χρήση έμμεσων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως είναι για παράδειγμα η επιστροφή φόρου καυσίμου στους μεταφορείς, αποτελεί ένα σημαντικό τρόπο ενίσχυσης του κλάδου σε γειτονικές μας χώρες, ενώ η παντελής έλλειψή της στην Ελλάδα αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα των Ελλήνων μεταφορέων στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα δεν έχει σύνορα! Η ανταγωνιστικότητα ενός επαγγελματία, είτε δραστηριοποιείται στις διεθνείς μεταφορές είτε στις εθνικές, δεν περιορίζεται στην εγχώρια αγορά. Θεμελιώδης αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων αλλά και των αγαθών· κάτι το οποίο επιτεύχθηκε μεν, αλλά χωρίς απόλυτη επιτυχία. Κι αυτό συνέβη γιατί οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μεταξύ των κρατών-μελών δεν είναι ομοιογενείς και συνεπώς επιφέρουν ανισότητα μεταξύ των αγορών.






