Julie Meyer Η χώρα της επιχειρηματικότητας
Μετάφραση: Μυρτώ Σμαραγδή
Πρόλογος: Κωνσταντίνος Λαμπρινόπουλος
Εκδόσεις Economy, 2013
Η Julie Meyer είναι παράδειγμα της σχολής Αμερικανών επιχειρηματιών που εμφορούνται από ζήλο για δημιουργία, ακόρεστη δίψα για εργασία κι ακατάβλητη μαχητικότητα απέναντι στις δυσκολίες. Αντιπροσωπεύει τους επιχειρηματικούς «Δαβίδ», αυτούς που ξεκινάνε με μόνο εφόδιο μια εξαιρετική ιδέα και την πίστη ότι αυτή μπορεί να γεννήσει χρήματα και να δημιουργήσει περιουσία, έχει όμως να αντιμετωπίσει τους «Γολιάθ»,τους καταξιωμένους γίγαντες των επιχειρήσεων.
Πολυεθνικοί, δυσκίνητοι και δύσπιστοι, καραδοκούν να καταπιούν –με το αζημίωτο βέβαια– κάθε νέα επιχειρηματική προσπάθεια όταν αρχίσει να αποδίδει καρπούς.
Η Meyer είναι σύμβουλος επιχειρήσεων και ιδιοκτήτρια εταιρείας που δραστηριοποιείται στα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών. Το βιβλίο της είναι μια «ωδή» στο επιχειρηματικό πνεύμα, στο ρίσκο, στην προσπάθεια ενάντια σε κάθε εμπόδιο.
Η Αμερικανίδα (μόνιμη κάτοικος Αγγλίας) Meyer σύστησε πριν από μια δεκαετία την εταιρεία Ariadne Capital, η οποία κινητοποιεί επιχειρηματίες που θέλουν να επενδύσουν σε start up εταιρείες. Η εταιρεία της προσελκύει και επενδύει σημαντικά κεφάλαια πέρα κι έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Το βιβλίο καταγράφει το χρονικό των προσπαθειών της? κυρίως όμως παρέχει συμβουλές προς νέους επιχειρηματίες που διστάζουν να αναπτύξουν μια ιδέα ή να λανσάρουν μια καινοτομία επειδή δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια.
Όπως όλοι οι ζηλωτές των επιχειρήσεων, η Meyer θεωρεί ότι οι λαμπρές ιδέες είναι μεν σπάνιες, λάμπουν όμως ανεξάρτητα από το αν οι δημιουργοί τους διαθέτουν ή όχι επαρκή κεφάλαια προκειμένου να τις μετουσιώσουν σε προϊόντα.
Μέμφεται τους κεφαλαιακά ισχυρούς ή έστω αυτάρκεις επιχειρηματίες οι οποίοι διστάζουν να βοηθήσουν τις νεότερες γενιές. Ταυτόχρονα όμως, μέμφεται και το σύγχρονο επενδυτικό κατεστημένο, ιδιαίτερα τις γιγαντιαίες επενδυτικές τράπεζες που… αδιαφορούν.
Όπως αναφέρει συχνά στο βιβλίο της, ο επιχειρηματίας που πέτυχε να καταστήσει ευπώλητο προϊόν μια ιδέα του και διαθέτει σήμερα δύναμη στην αγορά ή κεφάλαια από την πώληση της ιδέας, οφείλει να στείλει το ασανσέρ της επιτυχίας –με το οποίο ανέβηκε στο ρετιρέ– και πάλι στο… ισόγειο, προκειμένου κάποιος άλλος να μπορέσει να ανέβει πάνω του.
Υποστηρικτής της ψηφιακής τεχνολογίας που δημιουργεί μια νέα γενιά επιχειρηματιών, φανατική με τη θηλυκή επιχειρηματικότητα (ένα νέο είδος «ισχύος» όπως γράφει…), η Meyer μάς καλεί σε ένα ταξίδι στη Χώρα της Επιχειρηματικότητας. Είναι όμως δύσκολο, και το αναγνωρίζει…
«Εάν οι επενδυτές πίστευαν πραγματικά ότι θα είχαν την καλύτερη απόδοση στηρίζοντας τους επιχειρηματίες, δεν θα υπήρχε χρηματοδοτικό κενό για τις νεοσύστατες βρετανικές επιχειρήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν το βλέπω σαν αποτυχία της αγοράς όσο σαν αποτυχία της επικοινωνίας του τεράστιου δυναμικού αυτών των επιχειρηματικών ιδεών» σχολιάζει. Εκεί βρίσκεται η Meyer για να βάλει ένα χεράκι (κεφαλαιακής) βοήθειας.








