Συνέντευξη στο Θανάση Αντωνίου
Aπό τους παλιότερους γνώστες της αγοράς, ο οινολόγος δημοσιογράφος, συγγραφέας και γευσιγνώστης Αργύρης Τσακίρης, αναπληρωτής καθηγητής του ΤΕΙ Αθήνας, μας εξιστορεί την πονεμένη ιστορία των logistics του ελληνικού κρασιού.
Είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ΤΕΙ Αθήνας, στη Σχολή Οινολογίας και Τεχνολογίας Ποτών. Σπούδασε Χημεία στο Παν/μιο Θεσσαλονίκης, έλαβε πτυχίο από το Ινστιτούτο Οινολογίας του Παν/μίου του Bordeaux. Το 1981 εντάχθηκε στο δυναμικό της ελληνικής εταιρείας Βότρυς ως οινολόγος στο εργοστάσιο και στο τμήμα ελέγχου, στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1990.
Στη συνέχεια και μέχρι το 1995 εργάστηκε στην εταιρεία Οινοτεχνική ως πωλητής οίνων μικρής παραγωγής. Έκανε το διδακτορικό του στην Πάτρα στις συνεχείς ζυμώσεις των οίνων (2000 – 2005). Σήμερα ασχολείται με την έρευνα και τη διδασκαλία στο Τμήμα Οινολογίας και Τεχνολογίας Ποτών στο ΤΕΙ Αθήνας, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα σε διεθνή περιοδικά.
Ο Αργ. Τσακίρης είναι επίσης γευσιγνώστης και δημοσιογράφος οίνου, διατηρώντας μακροχρόνια συνεργασία με το περιοδικό Αθηνόραμα. Έχει γράψει αρκετά βιβλία για τον οινικό πολιτισμό και την οινολογία, τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψύχαλου. Το πιο πρόσφατο με τίτλο «Η απόλαυση της γεύσης» κυκλοφόρησε το 2013.
Ο Αργύρης Τσακίρης ασχολείται με το κρασί εδώ και περίπου τρεισήμισι δεκαετίες και βρέθηκε για πρώτη φορά στην αγορά όταν η εμφιάλωση στην Ελλάδα ήταν συνώνυμη με ορισμένες μόνο ιστορικές εταιρείες όπως οι Αχάια Clauss, Καμπάς, Τσάνταλης και Μπουτάρης? όταν κάθε μεγάλη εταιρεία είχε τις αποθήκες της, τους πωλητές της και το δίκτυο διανομής. Ένα κάδρο λιγοστών παικτών και σχετικά απλών διαδικασιών. Έκτοτε όμως τα πράγματα άλλαξαν πολύ. O Αργ. Τσακίρης μάς εξηγεί τι συνέβη τα τελευταία 25 χρόνια.
Μικροί και μεγάλοι παραγωγοί
«Η έννοια του «μικρού παραγωγού» αποδείχτηκε τελικά παραπλανητική. Τι ακριβώς σήμαινε «μικρός»; Αυτός που δεν μπορούσε ή αυτός που δεν ήθελε να είναι «μεγάλος»; Λίγο πριν το 1990, ορισμένοι από αυτούς τους παραγωγούς, επειδή δεν μπορούσαν να συστήσουν δικά τους δίκτυα διανομής, στράφηκαν προς τις νεοσύστατες τότε εταιρείες χονδρεμπορίου. Αρχικά ακόμα και ο Χατζημιχάλης, ο Λαζαρίδης κ.ά. οι οποίοι δεν είχαν τότε το σημερινό μέγεθός τους, εντάχθηκαν σε κάποιο δίκτυο για να πουλήσουν τα κρασιά τους. Υπήρξε μια περίοδος που τα δίκτυα απέκτησαν δύναμη κι έγιναν πανελλαδικά. Θυμάμαι μάλιστα την εποχή που εργαζόμουν στην Οινοτεχνική: Η εταιρεία αναζητούσε παραγωγούς σε όλη την Ελλάδα για να αναλάβει τη διανομή τους. Στη συνέχεια, κάποιοι από τους παραγωγούς εκείνους «μεγάλωσαν» και ορισμένοι από αυτούς δημιούργησαν τα δικά τους δίκτυα».
«Σε πρώτη φάση εκείνα τα δίκτυα πήγαιναν καλά. Στη συνέχεια όμως, όταν εμφανίστηκαν εκατοντάδες παραγωγοί, υπήρξε πρόβλημα. Η παραγωγή δεν μπορούσε πλέον να απορροφηθεί ούτε φυσικά να καταναλωθεί. Λάβετε υπόψη σας, επίσης, ότι η αγορά του κρασιού δεν είναι σαν την αγορά των αλκοολούχων: Κρασί μπορεί να παράγει σχετικά εύκολα ο οποιοσδήποτε έχει ένα κτήμα ή θα αγοράσει μούστο, ενώ στα αλκοολούχα υπάρχουν λιγοστοί παγκόσμιοι γίγαντες που ελέγχουν την αγορά».
Η κρίση και το κρασί
«Τα προβλήματα στη διανομή του ελληνικού κρασιού ξεκίνησαν πριν την κρίση Ήδη το 2005 υπήρχαν σημαντικά προβλήματα στο χονδρεμπόριο. Οι τιμές ανέβηκαν στα ύψη και οι πωλήσεις σταμάτησαν να αυξάνονται. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ποτέ πραγματικά μεγάλες αποθήκες, και οι χονδρέμποροι λειτουργούσαν κλασικά: Ήθελαν να «διώχνουν» αμέσως το προϊόν που αποθήκευαν. Όταν άρχισαν να φτιάχνουν μεγάλες οργανωμένες αποθήκες, ξέσπασε η κρίση, και κάποιοι από αυτούς τέθηκαν εκτός αγοράς».

«Οι περισσότεροι παραγωγοί είναι νοικοκυραίοι, άνθρωποι του μόχθου, κτηματίες που ξαφνικά μπήκαν στη βιομηχανοποίηση» υποστηρίζει ο Αργ. Τσακίρης.
Τιμή και υπερβολές
«Το κρασί υπερτιμήθηκε, διότι η ελληνική αγορά αποδείχτηκε ανώριμη. Ο κάθε παραγωγός που εμφιάλωνε ένα κρασί θεωρούσε ότι πρόκειται για το καλύτερο του κόσμου. Δοκίμασα ένα πολύ καλό Cabernet το οποίο στο οινοποιείο κόστιζε 15 ευρώ. Ρώτησα λοιπόν τον παραγωγό γιατί κοστίζει τόσο ακριβά, ενώ γνώριζα ότι αγόραζε το σταφύλι 50 λεπτά το κιλό. Η απάντησή του ήταν: ‘Γιατί, δεν τα αξίζει τα λεφτά του;’. Μια τέτοια απάντηση δεν αφήνει κανένα περιθώριο συζήτησης, διότι αντιμετωπίζει το κρασί ως… έργο τέχνης που αγνοεί το αν υπάρχουν τελικά αγοραστές. Οι περισσότεροι παραγωγοί όμως είναι «νοικοκυραίοι», άνθρωποι του μόχθου, κτηματίες που ξαφνικά μπήκαν στη βιομηχανοποίηση. Δεν σπατάλησαν επιδοτήσεις, δεν είχαν ανάγκη πλουτισμού? έζησαν πουλώντας και χύμα προϊόντα σε ασκό –γι’ αυτό κι επιζούν ακόμα».
Διανομή
«Το κρασί είναι προϊόν που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κατάτμηση και διασπορά. Ακόμα και στις καλές εποχές του παρελθόντος, το καλό κρασί δεν έφτανε πάντα στον καταναλωτή και, υπό μια έννοια, δεν χρειαζόταν να φτάσει! Ο παραγωγός που εμφιαλώνει μερικές φιάλες σε μια απομακρυσμένη από την Αθήνα περιοχή, μπορεί να διανείμει το προϊόν του στην τοπική αγορά και να γίνει γνωστός εκεί χωρίς να πρέπει σώνει και καλά να φτάσει μέχρι την Αθήνα. Στη Γαλλία υπάρχουν εξαιρετικά κρασιά τοπικών οινοποιείων, όπως π.χ. της Ανζού, που δεν φτάνουν ποτέ στο γειτονικό Παρίσι. Και δεν υπάρχει λόγος. Γνωρίζω Βολιώτες παραγωγούς που αρκούνται να διανέμουν το κρασί τους στις Σποράδες το καλοκαίρι, στο Πήλιο το χειμώνα και, ίσως, μέχρι τη Λάρισα, ενώ μπορούσαν να παράγουν μεγάλες ποσότητες για να κατέβουν στην Αθήνα».
Εξαγωγές
«Στις εξαγωγές διαμορφώνονταν και διαμορφώνονται οι πραγματικές τιμές. Εκεί οι Έλληνες παραγωγοί έρχονται σε επαφή με την –οδυνηρή – διεθνή πραγματικότητα και αναγκάζονται μερικές φορές να πουλάνε σε τιμή κόστους. Γίνονται εξαγωγές, υπάρχει όμως επανάληψη της παραγγελίας; Έφτασαν τα προϊόντα στην ώρα τους; Έμεινε ικανοποιημένος ο πελάτης; Έστειλε τα λεφτά στον παραγωγό; Δεν νομίζω ότι οι Κινέζοι έχουν «ξετρελαθεί» με το ελληνικό κρασί. Έχω την εντύπωση ότι ψάχνουμε απεγνωσμένα για ένα El Dorado. Γιατί στραφήκαμε απότομα στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ, όπου το βιοτικό επίπεδο είναι ήδη υψηλό και το ελληνικό κρασί έχει αρκετή προϊστορία; Ας μην ξεχνάμε ότι στην Κίνα επιχειρούν να πουλήσουν κρασί και οι Χιλιανοί, οι Αυστραλοί, οι Αργεντινοί κι όλοι οι Ευρωπαίοι. Βρήκα σε αλυσίδα σουπερμάρκετ ισπανικό κρασί με κάτω από 2 ευρώ τη φιάλη (σε ποιότητα χύμα κρασιού βέβαια) αλλά και αρκετά εισαγόμενα κρασιά από Νότια Αφρική, Χιλή και Ιταλία κάτω από 3 ευρώ σε καλή ποιότητα. Αλλά αν αυτό το κρασί πωλείται εδώ με τέτοια τιμή, πώς θα πάμε εμείς να πουλήσουμε κρασί με 8 ευρώ στην Κίνα;».
Lοgistics του οίνου
«Τα logistics του ελληνικού κρασιού είναι μια «τραγωδία», και κάποια στιγμή θα πρέπει αυτό το θέμα να το εξετάσουν τόσο οι παραγωγοί όσο και οι λιανέμποροι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η θερμοκρασία στο κρασί. Δεν μπορείτε να φανταστείτε ένα κρασί μέτριου χαρακτήρα, φυλαγμένο σε ένα ψυγείο κρασιού υπό σταθερή θερμοκρασία, τι βελτίωση θα υποστεί με το χρόνο. Η «Μαντίνεια», που όλοι πιστεύουν ότι έχει διάρκεια ζωής μερικούς μήνες, την είδαμε να απογειώνεται μετά από 3 ή και 5 χρόνια με φύλαξη στους 13 βαθμούς. Είμαι απόλυτα βέβαιος –και η πολύχρονη παρατήρηση στο εργαστήριο οργανοληπτικής δοκιμασίας της Σχολής Οινολογίας το πιστοποιεί χωρίς την παραμικρή αμφιβολία– ότι αν το κρασί «φύγει» από τη θερμοκρασία των 13 βαθμών, όπως συμβαίνει τα ελληνικά καλοκαίρια, τα χαρακτηριστικά του αλλοιώνονται. Γίνονται όλα τα κρασιά ίδια…
Όλο το δίκτυο διανομής κρασιού στην Ελλάδα, από τον πρώτο μέχρι και τον τελευταίο κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας, είναι στον «αέρα» αν δεν τηρούνται οι περιορισμοί της θερμοκρασίας? είναι ένα δίκτυο για πέταμα. Δεν είναι δυνατό ένα προϊόν όπως μια φιάλη κρασιού, το οποίο πωλείται στα σουπερμάρκετ στην τιμή των 8 ευρώ, να μη βρίσκεται συνεχώς –από το οινοποιείο μέχρι το τελικό κατάστημα– σε παρακολούθηση και κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες σταθερής θερμοκρασίας».








