Απόδοση: Δώρα Κουντουριώτου, επιστημονική συνεργάτρια του LM
Αντιθέτως, έχουν δαπανήσει και συνεχίζουν να δαπανούν, εξωφρενικά ποσά για την εύρεση, ανάπτυξη και προώθηση νέων εξειδικευμένων φαρμάκων. Η επιστήμη όμως δεν περπατάει απαραίτητα «χέρι – χέρι» με την κερδοφορία, όπως παρατηρεί έρευνα της PricewaterhouseCoopers (PWC) καθώς μέχρι το έτος 2020 ο κλάδος της διάθεσης φαρμάκων θα έχει αλλάξει εντελώς. Και σίγουρα οι νικητές θα είναι εκείνοι που θα μπορούν να επιβιώσουν στη νέα επιχειρηματική πραγματικότητα.
Το παρόν της αγοράς
Εξορισμού η εφοδιαστική αλυσίδα περιλαμβάνει όλα τα στάδια από την κατασκευή του προϊόντος έως και τη διάθεσή του στον τελικό καταναλωτή με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Αντίστοιχα, στην περίπτωση των φαρμάκων, η εφοδιαστική αλυσίδα αρχίζει με την έρευνα και ανάπτυξη στο εργαστήριο και τελειώνει στον τελικό καταναλωτή, δηλαδή τον ασθενή.
Μέχρι πρότινος που η διάθεση ενός νέου φαρμάκου στην αγορά γίνονταν σε μια φάση δεν υπήρχαν σοβαρές προκλήσεις εφοδιασμού. Με την εισαγωγή όμως των γενοσήμων (generic drugs) αυτό πλέον έχει αλλάξει γιατί ο ανταγωνισμός έχει συμπιέσει τα έσοδα των φαρμακευτικών εταιρειών προς τα κάτω με ηγέτιδες εταιρείες που τα προηγούμενα χρόνια είχαν κυριαρχήσει, να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Το παιχνίδι του ανταγωνισμού έχει μετατοπιστεί για τα καλά στη συσκευασία και στην ποιότητα διάθεσης. Είναι ενδεικτικό ότι από το 2004 έως το 2009 η αποτελεσματικότητα της συσκευασίας έχει βελτιωθεί από 36% σε 51%, όπως όμως αντίστοιχα και οι έλεγχοι διακίνησης και γνησιότητας παραγωγής.
Την ίδια στιγμή όμως, ο μέσος χρόνος εκκίνησης της παραγωγής έχει αυξηθεί από τα 79 στα 93 λεπτά, με τη πλειοψηφία των φαρμακοβιομηχανιών να μην έχουν καταφέρει ακόμα να επιτύχουν «συνεχή» παραγωγή, έννοια που συναντάμε σε άλλους κλάδους. Αντίθετα, η τάση οδηγεί στο να διατίθενται ολοένα και μικρότερες ποσότητες στην αγορά, με αποτέλεσμα τη διαχείριση μεγαλύτερων αποθεμάτων στα ράφια των φαρμακαποθηκών.
Φορείς της αλλαγής
Και ενώ αυτή τη στιγμή οι περισσότερες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν περίπλοκες και δυσκίνητες εφοδιαστικές αλυσίδες, μέχρι το 2020 θα κληθούν να αναθεωρήσουν καθώς η νέα γενιά φαρμάκων και στρατηγικών προώθησης θα φέρουν νέες απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, η έρευνα της PwC εστιάζει σε επτά παράγοντες – φορείς της αλλαγής:
- Νέοι τύποι φαρμάκων: Η νέα γενιά φαρμάκων είναι ήδη εδώ, βασίζεται στην νανοτεχνολογία και στη μοριακή έρευνα και αναλυτές της αγοράς προβλέπουν ότι μέχρι το 2016 θα έχουν καταλάβει το 23% της συνολικής αγοράς (το 2009 το συγκεκριμένο ποσοστό ανερχόταν σε 17%). Τα περίπλοκα αυτά φάρμακα, απαιτούν ωστόσο εξίσου περίπλοκες συσκευασίες που να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λήψη τους, μικρο-βελόνες, πολυ-χάπια και άλλες μονάδες μεταφοράς της δραστικής ουσίας που δεν έχουμε δει μέχρι τώρα. Ταυτόχρονα είναι ευαίσθητα στις προσμίξεις και καθιστούν πολύ δύσκολη τη σωστή μεταφορά τους. Κάθε δείγμα θα αντιμετωπίζεται σαν ξεχωριστή μονάδα και θα πρέπει να διατίθεται όσο δυνατόν πλησιέστερα στον τελικό πελάτη – ασθενή.
- Αδειοδότηση μετά την κυκλοφορία (live licensing): Το παρόν σύστημα υγείας βασίζεται σε ελέγχους που προηγούνται της έγκρισης κυκλοφορίας: από τη στιγμή που δίνεται η έγκριση, ο κύκλος ζωής του φαρμάκου ακολουθεί την επέκταση και τη συρρίκνωση με αντίστοιχες διακυμάνσεις στη διακίνηση αποθεμάτων. Ήδη όμως τόσο η Ευρωπαϊκή, όσο και η Αμερικανική αρχή ελέγχου νέων φαρμάκων (EMA και FDA αντίστοιχα) εξετάζουν νέα συστήματα αδειοδότησης που θα βασίζονται και σε ελέγχους μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου σε μερίδες του καταναλωτικού κοινού. Αυτό συνεπάγεται τεράστια αλλαγή στη διαχείριση αποθεμάτων καθώς ο κλασικός κύκλος ζωής του φαρμάκου πλέον επιμηκύνεται αλλά ταυτόχρονα επιβραδύνεται. Αντίστοιχα επιβραδύνεται και η επανεισροή των επενδυτικών κεφαλαίων.
- Έμφαση στο αποτέλεσμα: Τόσο οι κυβερνήσεις που πιέζονται από το φάσμα της οικονομικής κρίσης, όσο και οι ασφαλιστικές εταιρείες που βλέπουν τα έσοδα τους να μειώνονται, ανεβάζουν σταδιακά τον πήχη των απαιτήσεών προς τις φαρμακευτικές εταιρείες: κάθε θεραπευτική αγωγή πρέπει να αποδίδει τα μέγιστα στον ασθενή με το λιγότερο δυνατό κόστος.
- Νέοι τρόποι διανομής: Και ενώ στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες ευρωπαικές χώρες τα δημόσια ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία παίζουν τον πρώτο ρόλο στη συνταγογράφηση, στην Αμερική το σύστημα διανομής είναι πελατο-κεντρικό. O ασθενής είναι εκείνος που έχει να διαλέξει ανάμεσα σε θεραπετήρια και αντίστοιχες θεραπείες. Οι φαρμακευτικές εταιρείες γίνονται αυτόματα περισσότερο ανταγωνιστικές καθώς πρέπει να είναι σε θέση να προσφέρουν μια πλειάδα συμπληρωματικών υπηρεσιών μαζί με τη φαρμακευτική ουσία. Μία από αυτές είναι και η διάθεση του φαρμάκου σε πολλαπλά σημεία πώλησης, ακόμα και στην πόρτα του ασθενούς. Μακρινό σενάριο για τη δική μας πραγματικότητα; Ίσως όχι και τόσο αν μιλάμε με χρονικό ορίζοντα το έτος 2020.
- Αναδυόμενες αγορές: Παρόλο που οι ασθενείς στις αναδυόμενες οικονομίες είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με λίγα χρόνια πριν, ακόμα δεν είναι σε θέση να πληρώσουν για την υγεία τους τόσα όσα οι ασθενείς του ανεπτυγμένου κόσμου. Εντούτοις, το μέγεθος του πληθυσμού των χωρών αυτών έχει μεταφέρει το παιχνίδι για τις φαρμακευτικές εταιρείες σε νέα βάση και συγκεκριμένα στο ποιος θα καταφέρει να παρασκευάσει και να διαθέσει ευρείας κατανάλωσης, φτηνά φάρμακα. Η πρόκληση αυτή μεταφέρεται φυσικά και στο χώρο της εφοδιαστικής αλυσίδας, με την προώθηση φτηνών – έξυπνων συσκευασιών και με την ανάγκη για εξοικονόμηση κόστους σε όλο το φάσμα της αποθήκευσης και διανομής.
- Αυστηρότερος δημόσιος έλεγχος: Μέχρι το 2020 η δυνατότητα υπολογισμού του ρίσκου θα είναι μια από τις μεγαλύτερες συνιστώσες της επιτυχίας. Και αυτό, γιατί ολοένα και περισσότερη έμφαση θα δίνεται στη δημόσια υγεία. Το 2009 για παράδειγμα δημόσια αρχή ελέγχου φαρμάκων στην Αμερική (FDA) ανακάλεσε 1.742 παρτίδες φαρμάκων. Ο ποσοστό αυτό ήταν αυξημένο κατά 50% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και αναμένεται να αυξάνεται συνεχώς στο μέλλον.
- Περιβαλλοντικές ανησυχίες: Η πράσινη ατζέντα είναι πλέον μέρος όλων των κυβερνητικών πολιτικών. Δεν θα μπορούσε να μην επηρεάζει και την κατασκευή φαρμάκων. Προκειμένου όμως να μειωθεί το ενεργειακό αποτύπωμα από την παραγωγή φαρμάκων θα απαιτηθεί μεσοπρόθεσμα επενδύσεις σε προηγμένη τεχνολογία κατασκευής και σε τρόπους διανομείς με μεγαλύτερη περιβαντολογική συνείδηση.
Το μέλλον
Και ενώ όλες οι παραπάνω δυνάμεις αλλαγής είναι στον ορίζοντα, το παραδοσιακό μοντέλο που ακολουθούν οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής και διανομής φαρμάκων και το οποίο στηρίζεται στην άντληση κέρδους από μεγάλες παρτίδες παραγωγής, σύντομα δεν θα λειτουργεί. Σύμφωνα πάντα με την έρευνα της PwC, η εφοδιαστική αλυσίδα σύντομα θα κληθεί να διαφοροποιηθεί προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις των φαρμάκων νέας γενιάς.
Τρεις είναι οι μεγάλες προκλήσεις που διαφαίνονται στο άμεσο μέλλον. Καταρχάς, τα φάρμακα που βρίσκονται στην ώριμη φάση του κύκλου ζωής τους και δεν προστατεύονται πλέον από τα δικαιώματα πατέντας, θα πρέπει να συναγωνιστούν τις χαμηλές τιμές των γενοσήμων. Έπειτα, οι εταιρείες που έχουν επενδύσει τα προηγούμενα χρόνια σε έρευνα και ανάπτυξη, θα πρέπει να είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν τα υψηλά περιθώρια κέρδους που υπάρχουν στα εξειδικευμένα φάρμακα που απευθύνονται σε συγκεκριμένες μερίδες ασθενών. Τέλος, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στον επανασχεδιασμό της εφοδιαστικής αλυσίδας από το σημείο εκκίνησης- παραγωγής έτσι ώστε να μπορούν οι φαρμακευτικές εταιρείες να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στα νέα πολύπλοκα δεδομένα των καναλιών πώλησης.
Και όπως σε κάθε ιστορία επιχειρηματικής δράσης, εκείνοι που θα είναι ικανοί να προσαρμοστούν έγκαιρα στα νέα δεδομένα, θα είναι και εκείνοι που τελικά θα επιβιώσουν.
——————————————————————————————
Η έρευνα με τίτλο “Pharma 2020: Supplying the future” είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της PricewaterhouseCoopers (www.pwc.com).








