Η θαλάσσια δύναμη, το ονομαστό «κράτος της θαλάσσης», αποτέλεσε τον βασικό συντελεστή της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Σύντομα οι Αθηναίοι αντιλήφθηκαν τα φυσικά πλεονεκτήματα του τόπου τους και αξιοποιώντας τα αναδείχτηκαν σε μία από τις ισχυρότερες ελληνικές πόλεις-κράτη. Ένα από τα δυνατότερα σημεία τους υπήρξε ο Πειραιάς. Ήδη το τοπωνύμιο «Πειραιεύς» υποδηλώνει το χαρακτήρα του ως εμπορικού και συγκοινωνιακού κόμβου, καθώς σύμφωνα με την πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών, αλλά και των αρχαίων συγγραφέων, το όνομα ετυμολογείται από τη λέξη περαιεύς (=πορθμέας), που προέρχεται από το ρήμα περαιόω (=μεταφέρω απέναντι, διαπερνώ).
Για τον Πειραιά ισχύει ό, τι παρατηρείται σε όλες τις παραθαλάσσιες πόλεις με ιστορία πολλών αιώνων. Η κατά περιόδους ακμή του λιμανιού συνδέεται με τις αντίστοιχες περιόδους ευημερίας και προόδου της πόλης. Προτού αξιοποιηθεί, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, και χρησιμοποιηθεί ως επίνειο των Αθηνών αποτελούσε έναν τόπο χωρίς σημασία. Την ανάδειξή της σε κέντρο εισαγωγικού και διαμετακομιστικού εμπορίου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας την οφείλει στη διορατικότητα και τη μεγαλοφυΐα του Θεμιστοκλή.
Αυτός επισήμανε έγκαιρα την πλεονεκτική θέση της περιοχής, η οποία διέθετε τρεις «αυτοφυείς λιμένες» -τον Μέγα λιμένα, τη Ζέα και τη Μουνιχία- και έπεισε τους Αθηναίους να μεταφέρουν το επίνειό τους από το Φάληρο στον Πειραιά. Πιθανολογείται πως τα έργα διαμόρφωσής του ξεκίνησαν γύρω στα 487-486 π.Χ. και συνεχίστηκαν με ταχύτατο ρυθμό. Έτσι, λίγα χρόνια πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) πρέπει να είχε δημιουργηθεί η απαραίτητη υποδομή -κυρίως νεώρια- για τη ναυπήγηση του πολυάριθμου στόλου που οδήγησε στον ελληνικό θρίαμβο.
Ωστόσο, το λιμάνι κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους καταστρέφεται, και η πόλη σχεδόν ερημώνει και δεν θα ανακτήσει την παλιά της αίγλη προτού συσταθεί το νεότερο ελληνικό κράτος και μεταφερθεί η πρωτεύουσα από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1934.
Οι πρώτοι οικιστές του νεότερου Πειραιά φθάνουν στην περιοχή το 1829. Ανάμεσά τους και ο Γιαννακός Τζελέπης, το όνομα του οποίου είναι μέχρι σήμερα γνωστό από την ομώνυμη ακτή, στην οποία έκτισε την πρώτη «εκλεκτή οικία» από πέτρα, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε ξύλινα παραπήγματα.
Αφετηρία της νεότερης πειραϊκής ιστορικής διαδρομής αποτελεί η 23η Δεκεμβρίου του 1935, ημερομηνία ίδρυσης του Δήμου Πειραιώς. Η δημοτική αρχή είναι αυτή που θα επωμιστεί το δύσκολο έργο της διαμόρφωσης του μελλούμενου πρώτου λιμένα της χώρας.
Παρά τα ανύπαρκτα τεχνικά μέσα ξεκινά μία υπεράνθρωπη προσπάθεια που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ίδρυση των πρώτων σχολείων, την εγκατάσταση στην περιοχή της Σχολής Ευελπίδων, την αποπεράτωση της νέας αμαξιτής οδού Αθηνών-Πειραιώς μήκους 8 χιλιομέτρων, καθώς και την κατασκευή προκυμαίας που θα αρχίσει λίγο μετά την επιβολή του πρώτου λιμενικού φόρου στα εισαγόμενα εμπορεύματα (με το βουλευτικό διάταγμα της 16.10.1836. «περί εισπράξεως φόρου διά τον μώλον Πειραιώς»).
«Λιμήν ατελής»
Ωστόσο, ένα από τα λάθη που στοίχισαν την καθυστέρηση της τεχνολογικής εξέλιξης και της βιομηχανικής ανάπτυξης της περιοχής ήταν η απόρριψη της -ομολογουμένως τολμηρής για την εποχή- πρότασης «να κηρυχθεί ο Πειραιεύς λιμήν ατελής», δηλαδή ελεύθερος σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα της εποχής.
Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ η πόλη εξελίχτηκε με ταχύτατο ρυθμό, στο λιμάνι ο αναπτυξιακός ρυθμός υπήρξε βραδύς. Η κατασκευή των κρηπιδωμάτων του λιμανιού Αλών αρχίζει το 1868, ενώ αμέσως μετά πραγματοποιείται η σύνδεση της Αθήνας με τον Πειραιά με την έναρξη της λειτουργίας ατμοκίνητου -αρχικά- σιδηρόδρομου, γεγονός που επέδρασε αποφασιστικά στην εξελικτική πορεία της πόλης. Το 1876 εγκαθίσταται ο πρώτος γερανός στο λιμάνι, ενώ δύο χρόνια μετά αντικαθίσταται η χρήση πετρελαίου για το φωτισμό του λιμανιού από φωταέριο.
Η δεκαετία που ακολούθησε -1880- υπήρξε καθοριστική για την ανάδειξη του πρώτου λιμανιού της χώρας. Με τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου αυξάνει σημαντικά την κίνησή του, ενώ παράλληλα ιδρύεται στον Πειραιά η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Εντούτοις, παρά τη βραδύτητα σε επίπεδο εκτέλεσης έργων, η κίνηση στο λιμάνι του Πειραιά ακολούθησε σταθερά ανοδική πορεία. Το 1881 αγοράστηκαν από τη γαλλική εταιρία «Forges et Chantiers» μία μεγάλη βαθυκόρος και δύο ατμοκίνητες φορτηγίδες συνολικού κόστους 700.000 δρχ. περίπου. Η βαθυκόρος χρησιμοποιήθηκε για τις εργασίες εκβάθυνσης του κεντρικού λιμένα και ιδιαίτερα της «λεκάνης» των Αλών.
Παράλληλα, είχε ήδη αναπτυχθεί ένα δίκτυο θαλάσσιων συγκοινωνιών με αφετηρία ή -κυρίως- ενδιάμεσο σταθμό τον Πειραιά που συνεχώς πύκνωνε. Ο Πειραιάς συνδέεται με τακτικές γραμμές με τη Σύρο, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, την Κωνσταντινούπολη, τα νησιά του Αργοσαρωνικού και τη Μασσαλία. Μέχρι το 1850 έχει ολοκληρωθεί και η σύνδεσή του με τα κυριότερα λιμάνια του μεσογειακού χώρου και μέσω Κωνσταντινούπολης με τα μεγάλα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Επιπλέον, πέρα από το πυκνό συγκοινωνιακό δίκτυο με τα ελληνικά λιμάνια και τα νησιά σημαντικός είναι και ο ρόλος των ελληνικών ιστιοφόρων στις μεταφορές εμπορευμάτων. Παρόλα αυτά -όπως και στην αρχαιότητα, αλλά και σήμερα- ο Πειραιάς τον 19ο αιώνα διατήρησε αναλλοίωτο το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του εισαγωγικού λιμένα.
Ο 20ος αιώνας
O 20ος αιώνας βρίσκει τον Πειραιά σε φάση ευημερίας και εξέλιξης. Η σύγχρονη ιστορία της πόλης ξεκινά το 1933 όταν ανακηρύσσεται ανεξάρτητος δήμος. Το 1934 η πρωτεύουσα της Ελλάδας μεταφέρεται από το Ναύπλιο στην Αθήνα και ο βασιλιάς Όθωνας αποβιβάζεται στον Πειραιά για να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Το γεγονός αυτό αποτελεί την αρχή μιας νέας εποχής για το λιμάνι. Από τις πρώτες ενέργειες είναι η ίδρυση του Τελωνείου και του Υπολιμεναρχείου του Πειραιά, το οποίο υπάγεται στο Λιμεναρχείο της Ύδρας.
Στις 16 Μαρτίου του 1924 γίνονται τα εγκαίνια έναρξης των μεγάλων έργων του λιμανιού από το γαλλικό όμιλο Ερσάν, δαπάνης 550 εκατ. δρχ. Το 1930 η ραγδαία εξέλιξη του λιμανιού επιβάλλει την ίδρυση με βάση το νόμο 4748, αυτόνομου οργανισμού διοίκησης του λιμανιού του «Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς» (ΟΛΠ). Παράλληλα, ολοκληρώνονται τα νέα κρηπιδώματα του λιμανιού, μήκους 2.748 μέτρων, πέντε μεγάλες αποθήκες και ο ΟΛΠ αναλαμβάνει τη φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων.
Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου (1940-1944) το λιμάνι και η πόλη του Πειραιά βομβαρδίζονται από εχθρικά αεροσκάφη. Οι υλικές ζημιές που προκαλούνται είναι τεράστιες και αποκαθίστανται σταδιακά έως το 1950. Το νέο σύγχρονο πρόσωπο του Πειραιά αρχίζει να διαφαίνεται με τις εργασίες κατασκευής του πρώτου Επιβατικού Σταθμού (το 1959) και παράλληλα τη δημιουργία δύο μεγάλων αποθηκών και την κατασκευή του λιμένος Ηρακλέος στον ʼγιο Γεώργιο στο Κερατσίνι. Το 1978 αρχίζει η κατασκευή τραπεζοειδούς προβλήτα στο Νέο Ικόνιο για τη δημιουργία του νέου μεγάλου Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων.
Εν συνεχεία, το 1986, αποπερατώνονται τα έργα για την επέκταση του Container Terminal της Ακτής Βασιλειάδη και έντεκα χρόνια μετά, με την ολοκλήρωση της κατασκευής του Προβλήτα ΙΙ στο Ν. Ικόνιο, τίθεται σε πλήρη λειτουργία ο νέος Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων. Σήμερα μέσω του σταθμού αυτού διακινούνται 1,4 εκατομμύρια TEUs, γεγονός που κατατάσσει τον Πειραιά στα πρώτα 10 λιμάνια στην Ευρώπη στον τομέα της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων και το μεγαλύτερο της Ανατολικής Μεσογείου.
Το 2007 αναμένεται ο Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων να συνδεθεί σιδηροδρομικά με το Θριάσιο Πεδίο και στη συνέχεια με το Εθνικό Σιδηροδρομικό δίκτυο, γεγονός που θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για την ανάδειξή του σε λειτουργικό κέντρο συνδυασμένων μεταφορών. Παράλληλα, εξυπηρετώντας περίπου 20 εκατ. επιβάτες ετησίως, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια στον κόσμο στην επιβατική κίνηση.








