Έρευνα της εταιρείας ταχυμεταφορών και logistics DHL, που δημοσιεύτηκε το 2011, εστιάζει στους παράγοντες που κάνουν μια οικονομία ‘παγκοσμιοποιημένη’ και μας δίνει χρήσιμα συμπεράσματα, τόσο για τη συμπεριφορά των οικονομικά επικρατέστερων χωρών, όσο και για την κατάταξη της Ελλάδας στο νέο ‘οικουμενικό’ χάρτη.
* Απόδοση: Δώρα Κουντουριώτου, επιστημονική συνεργάτρια του LM
Ποιός θα φανταζόταν, πριν από μερικά χρόνια, ότι η μικρή μας οικονομία θα φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα των παγκόσμιων ειδησεογραφικών πρακτορείων με καθημερινές ανταποκρίσεις; Η ακόμα περισσότερο, ποιος θα φανταζόταν ότι τα εγχώρια οικονομικά δεδομένα θα επηρέαζαν μεγαλύτερες και πάλαι ποτέ κραταιές αγορές; Σε έναν κόσμο όμως «παγκόσμια συνδεδεμένο», όπου οι εξελίξεις, το εμπόριο και η οικονομία τρέχουν με όρους kb ανά δευτερόλεπτο, όλα είναι πιθανά. Και εκεί όπου οι περισσότεροι από εμάς υποθέτουμε ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια εδραιωμένη κατάσταση, έρευνα της DHL έρχεται να αποδείξει ότι έχουμε δρόμο ακόμη μέχρι να μιλάμε για πλήρως παγκοσμιοποιημένες οικονομίες. Ταυτόχρονα, έρχεται να δείξει τους παράγοντες εκείνους που θα οδηγήσουν σε μια τέτοια κατάσταση.
Η μελέτη
Η έρευνα, με τίτλο “DHL Global Connectedness Index 2011”, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 2005 με 2010, με επικεφαλή τον επιφανή οικονομολόγο Pankaj Ghemawat ο οποίος ανέλυσε στοιχεία από 125 χώρες που αναλογούν στο 98% του παγκόσμιου ΑΕΠ και στο 92% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Οι μετρήσεις που έγιναν αφορούν τις βασικές ροές που συνιστούν τη συνδεσιμότητα μιας χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο: διακίνηση προϊόντων (εισαγωγές – εξαγωγές), διακίνηση υπηρεσιών, άμεσες ξένες επενδύσεις, χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε μετοχές, πλήθος διεθνών κλήσεων, εύρος χρήσης διεθνών ιστοτόπων, κυκλοφορία διεθνών εντύπων, τουρισμό, διεθνή εκπαίδευση και διεθνή μετανάστευση. Οι ροές αυτές καλύπτουν τέσσερις μεγάλους τομείς δραστηριότητας: το εμπόριο, το κεφάλαιο – οικονομία, την πληροφόρηση και το ανθρώπινο δυναμικό (Πίνακας 1).
Για τους σκοπούς της έρευνας, η παγκοσμιοποίηση (ή παγκόσμια συνδεσιμότητα) προσδιορίστηκε μέσα από δυο κύριες συνιστώσες: «το βάθος» και «την έκταση» με τα οποία μια χώρα ενσωματώνεται στον υπόλοιπο κόσμο, όπου «βάθος» παγκοσμιοποίησης ορίζεται το μέγεθος των διεθνών ροών που παράγει μια χώρα σε σχέση με το μέγεθος της εγχώριας οικονομίας της, ενώ «έκταση» παγκοσμιοποίησης ορίζεται η διασπορά των διεθνών ροών που παράγει μια χώρα παγκοσμίως και όχι μόνο στα γειτονικά κράτη. Έτσι και με βάσει τους ορισμούς αυτούς, τα κράτη της πρώτης κατηγορίας είναι ως επί το πλείστον μικρά αλλά πλούσια κράτη, με πρωταγωνιστή το Χόνγκ Κόνγκ, ενώ στη δεύτερη κατηγορία συναντούμε τα μεγάλα και πλούσια κράτη με πρώτο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αποτελέσματα
Τα γενικά αποτελέσματα της έρευνας δίνουν μια κατάταξη των χωρών ανάλογα με το πόσο παγκόσμια συνδεδεμένες είναι, όπως προκύπτει από το «βάθος» και την «έκταση» παγκοσμιοποίησης τους. Και τα δύο μεγέθη έχουν υπολογιστεί σε κλίμακα 0-50 έτσι ώστε το άθροισμά τους να μας δίνει το βαθμό παγκόσμιας σύνδεσης, δηλαδή κλίμακα από 0 -100. (Πίνακας 2).
Οι δέκα πρώτες θέσεις καταλαμβάνονται αντίστοιχα από την Ολλανδία, τη Σιγκαπούρη, την Ιρλανδία, την Ελβετία, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σουηδία, το Βέλγιο, το Χόνγκ Κόνγκ και τη Μάλτα. Πρόκειται για ένα μίγμα χωρών που προέρχεται τόσο από την Ευρώπη όσο και την Ασία και περιλαμβάνει από την έκτη κατά σειρά μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου, μέχρι εκείνη ενός μικρού κρατιδίου όπως της Μάλτας. Η συμπεριφορά αυτή των μετρήσεων αποδεικνύει κάτι όχι και τόσο προφανές με την πρώτη ματιά: το ότι όλες οι χώρες και όχι μόνο οι προνομιούχες οικονομικά μπορούν να συμμετέχουν επάξια στο παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης, απολαμβάνοντας και τα αντίστοιχα οφέλη.
Ένα κοινό, ωστόσο, χαρακτηριστικό του “Τop 10” των παγκόσμια συνδεμένων χωρών είναι ο υψηλός βαθμός ροών οικονομικής και ανθρώπινης δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, και οι δέκα εν λόγω χώρες, έχουν ταξινομηθεί από το Πρόγραμμα του ΟΗΕ για την Ανάπτυξη (United Nations Development Program – UNDP) στην κατηγορία χωρών «πολύ υψηλής ανθρώπινης ανάπτυξης» και όλες, εκτός από το Χόνγκ Κόνγκ (Κίνα) και τη Μάλτα, είναι μέλη του ΟΟΣΑ.
ʼλλο κοινό χαρακτηριστικό των χωρών που σκόραραν στις υψηλότερες θέσεις είναι ότι ως επί το πλείστον έχουν καλλιεργήσει τη διάσταση του «βάθους» της παγκοσμιοποίησης. Για παράδειγμα, αν συγκρίνουμε την Ολλανδία που είναι η πρώτη χώρα στην κατάταξη παγκοσμιοποίησης σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια παραδοσιακά ισχυρή οικονομία (και 20 φορές μεγαλύτερη σε μέγεθος σε σχέση με εκείνη της Ολλανδίας), θα δούμε ότι το 2010, οι εξαγωγές της Ολλανδίας αντιστοιχούσαν στο 73% του ΑΕΠ της με εκείνες των ΗΠΑ να φτάνουν μόλις το 9%. Έτσι, ενώ ως επί των πλείστων οι ροές που παρήγαγαν οι ΗΠΑ εξαντλήθηκαν εντός των συνόρων τους, η Ολλανδία τα κατάφερε καλύτερα σαν εξαγωγέας όχι μόνο ροών που παρήγαγε η ίδια αλλά κυρίως ροών που παράχθηκαν σε άλλα κράτη και διακινήθηκαν μέσα από τα σύνορά της, απολαμβάνοντας τα ανάλογα οφέλη στην οικονομία της.
Στην πραγματικότητα, και σύμφωνα πάντα με την έρευνα, μόνο το 30% – 40% των ροών που διακινήθηκαν από την Ολλανδία προς τον υπόλοιπο κόσμο παράχθηκε από την ίδια την Ολλανδία. Εδώ ακριβώς έγκειται και η μεγάλη επιτυχία της Ολλανδίας: εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση, τις υποδομές τις αλλά και την ιστορική της παράδοση στο εμπόριο, κατάφερε να εδραιώσει τη θέση της ως παγκόσμιο διαμετακομιστικό κέντρο.
Στον αντίποδα της κατάταξης, υπάρχουν οι χώρες που είναι ελάχιστα έως καθόλου παγκοσμιοποιημένες και που είναι επίσης διασκορπισμένες σε παραπάνω από μια ηπείρους: το απομονωμένο Νεπάλ, η Παραγουάη, η Γουατεμάλα, το Ελ Σαλβαδόρ, η Μποτσουάνα, η Μπουρκίνα Φάσο, η Ζάμπια, η Μοζαμβίκη, η Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία και το Μπενίν της Αφρικής. Πρόκειται για χώρες που μοιράζονται διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης (για παράδειγμα η Μποτσουάνα ανακηρύχτηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα ως χώρα με ανώτερα των μεσαίων εισοδήματα) που ωστόσο μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι γεωγραφικά απομονωμένες και περιτριγυρισμένες από ξηρά. Συγκεκριμένα, οι 6 από αυτές βρίσκονται στην ενδοχώρα της Αφρικής, με ανύπαρκτες υποδομές και ελάχιστους πόρους να ενθαρρύνουν τις ροές εμπορίου και κεφαλαίων.
Ρυθμιστικοί παράγοντες
Μια πιο προσεκτική ανάλυση των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στην έρευνα, δείχνει ότι όλες οι χώρες, ακόμα και εκείνες που βρίσκονται στις πρώτες θέσης της κατάταξης παγκοσμιοποίησης, έχουν περιθώρια για περαιτέρω ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η πρωτοπόρος Ολλανδία: το 2010, το 59% των ροών που κατευθύνθηκαν από την Ολλανδία προς τον υπόλοιπο κόσμο, κατέληξαν στα γειτονικά κράτη της Ευρώπης, τη στιγμή που η Ευρώπη αποτελεί μόλις το 32% του παγκόσμιου εμπορίου.
Υπάρχουν όμως παράγοντες που επηρεάζουν την θέση μια χώρας στον παγκόσμιο χάρτη και που αν αξιοποιηθούν σωστά μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη της διεθνούς εμπορικής της δραστηριότητας; Η απάντηση που δίνει η έρευνας της DHL είναι ότι, ναι, υπάρχουν και συνοψίζονται στους εξής:
- Απόσταση κοινωνικών χαρακτηριστικών. Όσο πιο απομονωμένα και μοναδικά είναι τα χαρακτηριστικά που συνιστούν την κουλτούρα μιας χώρας δηλαδή η γλώσσα, η θρησκεία, η φυλετική καταγωγή και η ιστορικές καταβολές, τόσο πιο δύσκολο είναι η χώρα αυτή να αναπτύξει παγκόσμιους δεσμούς.
- Διοικητική και πολιτική απόσταση. Οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούσαν τους προηγούμενους αιώνες, έχουν αφήσει παρακαταθήκη τους ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς ανάμεσα στα σημερινά κράτη.
- Γεωγραφική απόσταση. Η πρόσβαση στη θάλασσα εδώ παίζει καταλυτικό ρόλο καθώς έχει την ιδιότητα να ελαχιστοποιεί τις όποιες γεωγραφικές αποστάσεις.
- Οικονομική απόσταση. Το κατά κεφαλήν εισόδημα και το κόστος εργασίας είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν μια χώρα οικονομικά προσβάσιμη.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο βαθμός παγκοσμιοποίησης μιας χώρας μπορεί να επηρεαστεί από συγκεκριμένους παράγοντες, τότε η εφαρμογή πολιτικών που στοχεύουν στην ανάπτυξη των συγκεκριμένων ρυθμιστικών παραγόντων, μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των εσόδων, από το διεθνές εμπόριο. Κι εδώ ίσως, σύμφωνα με την έρευνα, να υπάρχει μια ευκαιρία για την έξοδο από την κρίση.
Η Ελλάδα στον παγκόσμιο χάρτη
Που βρίσκεται όμως η χώρα μας σε όλο αυτό το πάζλ; Η απάντηση είναι μάλλον απογοητευτική: μέσα στην πενταετία 2005 με 2010 που διεξάχθηκε η έρευνα, η Ελλάδα «έπεσε» 15 ολόκληρες θέσεις στη γενική κατάταξη της παγκόσμιας συνδεσιμότητας και συγκεκριμένα από την 41η στη 56η θέση.
Η κρίση χρέους πάγωσε το διεθνές εμπόριο της χώρας μας, αναστέλλοντας τις ροές κεφαλαίων, προϊόντων και ανθρωπίνου δυναμικού. Ειδικά στον τομέα των επενδύσεων , η χώρα μας υποχώρησε δραματικά, κατά 21 θέσεις. Παράλληλα, περιόρισε το εμπόριο μόνο στις γειτονικές χώρες , πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Φαίνεται λοιπόν ότι αν και η χώρα μας είναι σε γεωστρατηγική θέση, ελάχιστα έως καθόλου εκμεταλλευόμαστε τις δυνατότητες της. Και εδώ ακριβώς είναι η αξία της παρέμβασης των Ελλήνων logisticians, για την ανάπτυξη των παραγόντων που θα προωθήσουν την παγκοσμιοποίησης της Ελλάδας, κρίνεται πολύτιμη.








