Διονύσης Χιόνης (Δ.Π.Θ.): Χρέος και πληθωρισμός, τα δύο μεγάλα «αγκάθια» στο δρόμο για την ανάπτυξη

Τελευταία οι προβλέψεις για την ανάπτυξη έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον ακαταμάχητης αισιοδοξίας. Βάσει των επίσημων προβλέψεων, η ελληνική οικονομία θα γνωρίσει ρυθμούς ανάπτυξης που μπορούν να συγκριθούν μόνο με αυτούς της δεκαετίας του 1960, καθώς η συσσωρευμένη δυναμική που δεν εκδηλώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της πανδημίας, θα οδηγήσει το ΑΕΠ σε μια ελατηριακής φύσεως κίνηση. Σε αυτή την ενδιαφέρουσα ιστορία υπάρχουν δύο αστάθμητοι παράγοντες: το χρέος και ο πληθωρισμός, που μπορούν να δράσουν ανασχετικά στην ανάπτυξη.

Ανάλυση του κ. Διονύση Χιόνη, καθηγητή Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (Στο έντυπο τεύχος Οκτωβρίου 2021)

Σύμφωνα με το αισιόδοξο σενάριο, το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο διότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα συνεχίσει να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα μέσω του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (PEPP). Επιπλέον, η ανάπτυξη θα είναι μεγαλύτερη από το μέσο επιτόκιο του ελληνικού χρέους, το οποίο ανέρχεται στο 1,5%. Το χαμηλό επιτόκιο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 90% του χρέους αποτελείται από δάνεια σταθερού επιτοκίου και το 81% διακρατείται από τους πιστωτές του δημόσιου τομέα, αποτελεί εγγύηση βιωσιμότητας.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις διεθνείς εξελίξεις και ειδικά με το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό υπάρχει μια υπερβάλλουσα ζήτηση για ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, έχουν ως αποτέλεσμα να έχει μειωθεί το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Για παράδειγμα, αν τα επιτόκια μείνουν στο ίδιο επίπεδο, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για τη Γερμανία θα είναι μηδενικό το 2029.

Εδώ, όμως, πρέπει να τοποθετηθούν κάποια «αν»: Αν ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος από ένα παροδικό φαινόμενο και μονιμοποιήσει την παρουσία του στις δυτικές οικονομίες, τότε μήπως οι αγοραστές του ελληνικού χρέους αναζητήσουν μεγαλύτερες αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων; Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί το μέσο επιτόκιο να είναι σταθερά στο 1,5%, αλλά το κόστος δανεισμού των νέων ομολόγων θα ανέβει κατακόρυφα.

Θυμίζω ότι το 2016, τέσσερα χρόνια μετά το PSI (Private Sector Involvement – εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα κατά την αναδιάρθρωση κρατικού χρέους) και την ανακοινωθείσα μείωση του επιτοκίου του ελληνικού χρέους, η απόδοση των ελληνικών ομολόγων ανήλθε στις 853 μονάδες βάσης (8,053%). Με αυτό τον τρόπο, το ασφάλιστρο κινδύνου οδήγησε τα ελληνικά ομόλογα εκτός αγορών.

Θα αντιτάξει κανείς το επιχείρημα ότι η Ελλάδα έχει υποχρέωση παραγωγής δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Ας αναλογιστούμε όμως ότι, σε αυτό το προνομιακό περιβάλλον, το 2019, πριν από την πανδημία, ο λόγος πληρωμών των τόκων του δημόσιου χρέους προς τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης το ίδιο έτος, ανήλθε στο 6,3%. Για το 2020, το ποσοστό αυτό αναμένεται να ξεπεράσει το 8%.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει βγει εφτά φορές στις αγορές έως τώρα, σε διάστημα 16 μηνών (τρεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας και του προγράμματος PEPP της ΕΚΤ, ύψους 1,35 τρισ.), και έχει αντλήσει συνολικά περί τα 16,5 δισ. ευρώ. Ουσιαστικός αγοραστής –και διασώστης– η ΕΚΤ. Αν και η αξιολόγηση της χώρας παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η Ελλάδα δανείζεται σαν να ανήκει σε βαθμίδα investment grade, γιατί αγοραστής της είναι η ΕΚΤ, με αποδόσεις στα δεκαετή πέριξ του 0,5% –όταν υπό κανονικές συνθήκες θα ξεπερνούσαν το 3-4%. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αποδόσεις των εντόκων γραμματίων.

Η αύξηση του πληθωρισμού γενικά είναι υποβοηθητική για την εξυπηρέτηση του χρέους, διότι πολύ απλά η σχέση του χρέους προς το ονομαστικό ΑΕΠ βαίνει μειούμενη αυξάνοντας την πιστωτική αξιοπιστία. Γι’ αυτό, όταν αυξάνεται ο πληθωρισμός, θεωρούμε δεδομένο ότι οι αποδόσεις των ομολόγων θα είναι περίπου σταθερές. Αυτό ισχύει όμως σε χώρες με λογικά επίπεδα χρέους, και δεν μπορεί να συμβεί σε μια χώρα που το χρέος της υπερβαίνει το 210% του ΑΕΠ. Ιδιαίτερα, μάλιστα, στην περίπτωση που οι ληκτότητες είναι μακροχρόνιες, όπως αυτές του ελληνικού χρέους, όπου η μέση σταθμισμένη ληκτότητα ξεπερνά τα 21 έτη.

Η αισιοδοξία βασίζεται επίσης στις υποσχέσεις της ΕΚΤ περί αέναης συνέχισης του προγράμματος αγοράς του ελληνικού χρέους. Πληθαίνουν όμως οι φωνές περί τερματισμού της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι λογικά και, δεδομένης της διόγκωσης των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών, το τέλος ή ο δραστικός περιορισμός της ποσοτικής χαλάρωσης είναι κάτι που μπορεί να μην αργήσει.

Πιθανό ένα ανατρεπτικό σενάριο

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η άνοδος του πληθωρισμού αποτελεί τον δεύτερο αστάθμητο παράγοντα που τροφοδοτεί το απαισιόδοξο σενάριο. Σύμφωνα με το αισιόδοξο σενάριο, οι πληθωριστικές πιέσεις θα εξαφανιστούν μέχρι το τέλος του 2021 και οι οικονομικοί εταίροι θα μπορέσουν να συνεχίσουν αδιασάλευτα τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Στην περίπτωση όμως που ο πληθωρισμός παραμείνει και επηρεάσει την ελληνική οικονομία και το διαθέσιμο εισόδημα τόσο, ώστε να δούμε για άλλη μια φορά καταστάσεις στασιμοπληθωρισμού, τότε φοβάμαι ότι θα έχουμε ένα ανατρεπτικό σενάριο.

Σε αυτή την περίπτωση, η καθήλωση των ρυθμών ανάπτυξης, η ραγδαία αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων και η αύξηση των επιτοκίων θα συνθέσουν ένα περιβάλλον πρωτόγνωρο για την ελληνική οικονομία. Ο υψηλός βαθμός εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές κάνει ακόμα μεγαλύτερη την πιθανότητα εκδήλωσης πληθωρισμού.

Τέλος, επίσης σημαντική είναι η περιοδικότητα των τραπεζικών και των οικονομικών κρίσεων, η οποία δείχνει ότι αργά η γρήγορα θα κάνει την εμφάνισή της. Εξάλλου τα επιτόκια βρίσκονται για μια ασυνήθιστα μεγάλη περίοδο σε αδικαιολόγητα χαμηλά επίπεδα. Στην περίπτωση εκδήλωσης μιας κρίσης ή μιας ανόδου των επιτοκίων, ακόμα και αν θέλει η ΕΚΤ να τηρήσει τις υποσχέσεις της για συνέχιση της ποσοτικής χαλάρωσης, δεν θα μπορεί να το κάνει, γιατί πολύ απλά θα έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες της νομισματικής πολιτικής και των τραπεζικών διασώσεων.

Ελέγξτε επίσης

Πολιτική προστασία: Διαχείριση εθνικών κρίσεων χωρίς logistics δεν γίνεται

Η δημιουργία της υπηρεσίας πολιτικής προστασίας ως οριζόντιου κυβερνητικού  – ή μάλλον πολιτειακού – κόμβου …

Τα Περιοδικά μας